Αίτηση και προσωρινή διαταγή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που απαγορεύει τη διακοπή ηλεκτροδότησης

Τόσο η  παρακάτω αίτηση, όσο και το σκεπτικό της προσωρινής διαταγής που εκδόθηκε επ’ αυτής (λαμβάνει θέση σχετικά με τη συνταγματικότητα του άρθρου 53 ν. 4021/2011), θεωρούμε ότι τιμούν το νομικό κόσμο της χώρας μας, καθώς ακολουθούν τις δημοκρατικές παραδόσεις του νομικού μας πολιτισμού και ως εκ τούτου πιστεύουμε ότι αξίζει να μελετηθούν από όλους.

(Αντιγράφουμε  από την τράπεζα νομικών πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ»)

ΚΕΙΜΕΝΟ ΔΙΚΟΓΡΑΦΟΥ ΑΙΤΗΣΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ:

ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΜΟΝΟΜΕΛΟΥΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ

(Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων)

ΑΙΤΗΣΗ

Του………………………του ………κατοίκου …………Αρκίτσας, οδός …..αρ……..

ΚΑΤΑ

Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Χαλκοκονδύλη αρ.30 όπως νόμιμα εκπροσωπείται.

Ι. ΙΣΤΟΡΙΚΟ -ΕΝΝΟΜΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ:

Είμαι ιδιοκτήτης μίας δομημένης επιφάνειας (ηλεκτροδοτούμενη από τη Δ.Ε.Η.) που βρίσκεται στον Κέδρο Aρκίτσας, (N. Φθιώτιδος, Δήμος …………….στην οδό………. αρ. …. ολικού εμβαδού 70 τετραγωνικών μέτρων.

Στις 01/11/2011 εκδόθηκε από την Δ.Ε.Η. ο λογαριασμός κατανάλωσης ρεύματος (αριθμός παροχής…………) της ανωτέρω επιφάνειας συνολικού ποσού 42,75 Ευρώ για το αντίτιμο του ηλεκτρικού ρεύματος και των δημοτικών τελών. Επίσης στο λογαριασμό της ΔΕΗ περιλαμβανόταν και το ποσό των Ευρώ 220,50 που αντιστοιχεί στο λεγόμενο «Έκτακτο Ειδικό Τέλος Ηλεκτροδοτούμενων Δομημένων Επιφανειών (Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε.)» που θεσπίσθηκε με το άρθρο 53 του Ν.4021/2011 (ΦΕΚ 218/Α /03-10-2011), και ειδικότερα η πρώτη δόση αυτού ποσού Ευρώ 110,25.

Ειδικότερα το άρθρο 53 του Νόμου 4021/2011 ορίζει, μεταξύ άλλων, τα εξής για το Εκτακτο Ειδικό Τέλος Ηλεκτροδοτούμενων Δομημένων Επιφανειών (Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε):

«1. Για επιτακτικούς λόγους εθνικού συμφέροντος που ………

συνίστανται στην άμεση μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος, επιβάλλεται ειδικό τέλος υπέρ του Δημοσίου στις ηλεκτροδοτούμενες για οικιστική ή εμπορική χρήση δομημένες επιφάνειες των ακινήτων που υπάγονται κατά τη 17η Σεπτεμβρίου κάθε έτους στο τέλος ακίνητης περιουσίας που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 24 του Ν, 2130/1993 (Α ‘ 62) σύμφωνα με τις επόμενες διατάξεις του παρόντος άρθρου.

2. Για τον υπολογισμό του τέλους της παραγράφου 1 λαμβάνεται υπόψη το εμβαδό της δομημένης επιφάνειας, το ύφος της τιμής ζώνης και η παλαιότητα του ακινήτου, όπως αυτά αναγράφονται στο λογαριασμό της Δ.Ε.Η. ή τους εναλλακτικούς προμηθευτές ηλεκτρικού ρεύματος με βάση το οποία λογίστηκε κατά τη 17.9.2011 το τέλος ακίνητης περιουσίας της παρ. 1 του άρθρου 24 του Ν. 2130/1993, καθώς και συντελεστής προσαύξησης αντιστρόφως ανάλογος προς την παλαιότητα του ακινήτου και συντελεστής προσδιορισμού του τέλους σε ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο σύμφωνα με τους ακόλουθους πίνακες:

α)Συντελεστής ειδικού τέλους (ευρώ/τ.μ.) -Τιμή ζώνης

0,5 – Πολύτεκνοι και ανάπηροι της παρ. 6, με ακίνητα που ιδιοχρησιμοποιούν σε περιοχές με τιμή ζώνης από 0 – 3.000 ευρώ

3 – μέχρι – 500 ευρώ

4 – 501 – 1.000 ευρώ

5 – 1.001 – 1.500 ευρώ

6 – 1.501 – 2.000 ευρώ

8 – 2.001 – 2.500 ευρώ

10 – 2.501 – 3.000 ευρώ

12 – 3.001 – 4.000 ευρώ

14 – 4.001- 5.000 ευρώ

16 – άνω των 5.001 ευρώ

β) Παλαιότητα – Συντελεστής

μέχρι και 26 έτη – 1

25μέχρι και 20 έτη – 1,05

19 μέχρι και 15 – 1,10

14 μέχρι και 10 – 1,15

9 μέχρι και 5 – 1,20

4 ως 0 – 1,25

Ανεξαρτήτως παλαιότητας προκειμένου για ακίνητα ιδιοκτησίας πολύτεκνων και αναπήρων της παρ. 6, που ιδιοχρησιμοποιούν σε περιοχές με τιμή ζώνης από Ο- 3.000 ευρώ –

3. Το ποσό του τέλους προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό των τετραγωνικών μέτρων των ηλεκτροδοτούμενων δομημένων επιφανειών για τις οποίες υπολογίστηκε από τη Δ.Ε.Η. ή τους

εναλλακτικούς προμηθευτές ηλεκτρικού ρεύματος το τέλος της παρ. 1 του άρθρου 24 του Ν.2130/1993, επί το συντελεστή του ειδικού τέλους που αντιστοιχεί στην τιμή ζώνης του ακινήτου και επί το συντελεστή προσαύξησης που αντιστοιχεί στην παλαιότητα του ακινήτου σύμφωνα με τους πίνακες της προηγούμενης παραγράφου».

11. Αν δεν καταβληθεί το τέλος, η Δ.Ε.Η. και οι εναλλακτικοί προμηθευτές ηλεκτρικού ρεύματος προβαίνουν στην έκδοση εντολής διακοπής του ρεύματος του καταναλωτή προς τον Διαχειριστή του Δικτύου, ο οποίος προβαίνει σε διακοπή της σύνδεσης και δεν το επαναχορηγούν μέχρι να εξοφληθεί το οφειλόμενο τέλος».

Στις 10/11/2011 κατέβαλα στην ………….της Ελλάδος το ποσό των 43,00 Ευρώ που αντιστοιχεί στον παραπάνω λογαριασμό κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος με τα αντίστοιχα δημοτικά τέλη, τέλη ακίνητης περιουσίας και ΕΡΤ όπως προκύπτει και από την υπ΄ αριθ. 011501 απόδειξη είσπραξης της τράπεζας. Παράλληλα κοινοποίησα την από 11/11/2011 Εξώδικο Δήλωση- Γνωστοποίηση στην αντίδικο με την οποία ζητούσα να καταλογίσει το ποσό αυτό στην οφειλή μου έναντι αυτής από την κατανάλωση του ρεύματος, δημοτικά τέλη, τέλη ακίνητης περιουσίας και EΡT, σύμφωνα με το άρθρο 422 του Αστικού Κώδικα, (αριθμός εκθέσεως επίδοσης 10312 *’/14.11.2011 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γεωργίου Αναστ.ΒΑΦΕΙΑΔΗ).

ΙΙ. ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ:

Το λεγόμενο «Έκτακτο Ειδικό Τέλος Ηλεκτροδοτούμενων Δομημένων Επιφανειών (Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε.)» που θεσπίζεται με το άρθρο 53 του Ν. 4021/2011 αντίκειται σε διατάξεις του Συντάγματος μας.

Ειδικότερα:

Α). Κατά παράβαση του άρθρου 1 παρ. 3 και άρθρου 26 παρ. 2 του Συντάγματος:

Η παράγραφος 11 του άρθρου 53 του Ν. 4021/2011, κατά παράβαση της αρχής της διάκρισης των εξουσιών, αναθέτει ένα πλέγμα αρμοδιοτήτων της εκτελεστικής εξουσίας και δη των φορολογικών αρχών (υπολογισμός και είσπραξη τέλους ακινήτων, βεβαίωση παράβασης για μη πληρωμή και επιβολή διοικητικών κυρώσεων σε ιδιώτες) τόσο στην Δ.Ε.Η., η οποία αποτελεί ανώνυμη εταιρεία και νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, όσο και σε ιδιωτικές εταιρείες παροχής ηλεκτροδότησης (εναλλακτικούς παρόχους τους ονομάζει). Η μνημονευμένη παράγραφος 11 του άρθρου 53 του Νόμου 4021/2011 κατά το μέρος που προβλέπει ευθέως ή επιτρέπει την ανάθεση φορολογικής φύσεως αρμοδιοτήτων (υπολογισμός και είσπραξη του τέλους, βεβαίωση παράβασης για μη πληρωμή του, επιβολή διοικητικών κυρώσεων σε ιδιώτες) σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, αντίκεινται στις θεμελιώδεις διατάξεις του αρθ. 1 παρ. 3 και 26 παρ. 2 του Συντάγματος, κατά την έννοια των οποίων, η φορολογική εξουσία, ως κατεξοχήν δημόσια εξουσία και έκφραση κυριαρχίας, ασκείται, διά των φορολογικών αρχών, μόνο από το κράτος (και νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου που και αυτά είναι αποκεντρωμένες καθ’ ύλην κρατικές υπηρεσίες) και όχι από ιδιώτες (Ολομέλεια ΣτΕ 1934/1998).

Η οποιαδήποτε ανάθεση άσκησης δημόσιας εξουσίας σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (όπως είναι η Δ.Ε.Η. και οι άλλες ιδιωτικές εταιρείες παροχής ρεύματος) αντίκειται στο άρθρο 26 παρ. 2 του Συντάγματός μας, καθώς η άσκηση της δημόσιας εξουσίας αποτελεί την κατ’ εξοχήν έκφραση κυριαρχίας του Κράτους και ασκείται μόνο από το Δημόσιο και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (Ολομέλεια ΣτΕ 1934/1998).

-Τόσον η είσπραξη φόρων, όσο και η βεβαίωση παραβάσεων και επιβολή διοικητικών κυρώσεων σε ιδιώτες λόγω της άρνησης πληρωμής φόρων, αποτελούν στοιχεία άσκησης δημόσιας εξουσίας, η οποία ασκείται μόνο από τα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας, κατά το άρθρο 26 παρ. 2 του Συντάγματος. Η άσκηση δημόσιας εξουσίας από ιδιώτες νοθεύει και την γενική αρχή του δημοκρατικού μας πολιτεύματος, όπως αυτή εκφράζεται στο άρθρο 1 παρ. 3 του Συντάγματος που ορίζει: «Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα».

Ως δε άσκηση της δημόσιας εξουσίας η οποία αντισυνταγματικώς ανατίθεται σε ιδιώτες νοείται αφενός η εξουσία κατάστρωσης του καταλόγου των προσώπων από τα οποία θα ζητηθεί ο φόρος, αφετέρου δε η εξουσία καταναγκασμού σε πληρωμή, ήτοι η διαδικασία διοικητικής εκτέλεσης του φόρου αυτού.

Συνεπώς, το άρθρο 53 του Ν. 4021/2011 αντίκειται στις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 3 και 26 παρ. 2 του Συντάγματος, διατάξεις δηλαδή υπερνομοθετικής ισχύος.

Β) Κατά παράβαση της αρχής της νομιμότητας του φόρου (άρθρο 78 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος):

Το άρθρο 78 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζει: «Κανένας φόρος δεν επιβάλλεται ούτε εισπράττεται χωρίς τυπικό νόμο που καθορίζει το υποκείμενο της φορολογίας και το εισόδημα, το είδος της περιουσίας, τις δαπάνες και τις συναλλαγές ή τις κατηγορίες τους, στις οποίες αναφέρεται ο φόρος». Δυνάμει της συνταγματικής αυτής διάταξης, είναι αντισυνταγματική μια διάταξη που ορίζει ότι η βάση υπολογισμού του φόρου δεν καθορίζεται από τον νόμο όπως αυτός θα εφαρμοστεί από διοικητικές αρχές, αλλά θα καθοριστεί (ή έχει ήδη καθοριστεί) από την ΔΕΗ ή τους εναλλακτικούς προμηθευτές ηλεκτρικού ρεύματος. Η χρήση της μεθόδου υπολογισμού που ακολουθεί η ΔΕΗ συνιστά σιωπηρή αλλά ξεκάθαρη εξουσιοδότηση προς νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου να καθορίσει το αντικείμενο του φόρου, το οποίο παρέλειψε να προσδιορίσει με επάρκεια ο φορολογικός νομοθέτης. Η ρύθμιση αυτή δεν έρχεται σε αντίθεση μόνο με την ανωτέρω διάταξη που επιβάλλει να είναι καθορισμένο το αντικείμενο του φόρου από το νόμο, αλλά έρχεται σε μείζονα λόγο και με την απαγόρευση εξουσιοδότησης προς την διοίκηση, πολλώ δε μάλλον σε ιδιώτη ή Ν.Π.Ι.Δ., να καθορίσει ένα από τα στοιχεία του φόρου, και εν προκειμένω την βάση υπολογισμού που είναι η επιφάνεια του ακινήτου που θα φορολογηθεί.

Ο νόμος 2130/1993, που αναθέτει στην Δ.Ε.Η. την είσπραξη των δημοτικών τελών, στηρίζεται σε ένα τελείως διαφορετικό νομικό σύστημα φορολογίας: την επιβολή ανταποδοτικών τελών από ΟΤΑ. Στην συγκεκριμένη κατηγορία δημοσιονομικών εσόδων, ανταποδοτικά τέλη, επιτρέπεται η νομοθετική εξουσιοδότηση προς όργανα της διοίκησης (Η Δ.Ε.Η. και οι άλλες εταιρείες παροχής ηλεκτροδότησης δεν θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν σε αυτά). Oμως στα πλαίσια του συστήματος αυτού, οι διατάξεις επιβολής του ειδικού τέλους ακινήτων ελέγχονται από πλευράς υπάρξεως ή όχι ανταποδοτικότητας. Οταν το Τέλος δεν έχει ανταποδοτικό χαρακτήρα αποτελεί φόρο κατά την έννοια του άρθρου 78 του Συντάγματος (ΣΤΕ 60/2010, 2462/1999,1923/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση το λεγόμενο «Τέλος Ακινήτων» αποτελεί στην ουσία φόρο καθώς απουσιάζουν από αυτό όλα εκείνα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν ένα ανταποδοτικό τέλος. Το άρθρο 53 του Ν. 4021/2011 και η προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 1211/2011 Υπουργική Απόφαση (άρθρα 1 έως 5) χρησιμοποιούν τον εύσχημο τίτλο «Έκτακτο Ειδικό Τέλος Ηλεκτροδοτούμενων Δομημένων Επιφανειών (Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε.)» χωρίς να το ονομάζουν φόρο. Είναι αυτονόητο, ότι το ζήτημα, αν ένα οικονομικό βάρος αποτελεί «φόρο» ή «ανταποδοτικό τέλος», δεν κρίνεται από το πώς το χαρακτηρίζει η σχετική διάταξη, όπως στην προκείμενη περίπτωση, αλλά από τη φύση και το σκοπό που υπηρετούν. Ο σκοπός αυτός και η φύση του οικονομικού βάρους κρίνονται τελικώς από το αν η συγκεκριμένη υπηρεσία, η οποία παρέχεται από το κράτος ή άλλο νομικό πρόσωπο δημόσιου δικαίου και για την οποία επιβλήθηκε το οικονομικό βάρος, θεσπίστηκε αποκλειστικώς υπέρ του γενικού συμφέροντος, οπότε πρόκειται για φόρο, ή, συγχρόνως, και υπέρ του συμφέροντος ορισμένου κύκλου προσώπων, τα οποία θα την χρησιμοποιήσουν ή υπέρ των οποίων θα λειτουργήσει, οπότε μπορεί να θεωρηθεί ανταποδοτικό τέλος. Οπως παγίως γίνεται δεκτό από τη νομολογία (ΣτΕ 2462/1999, ΣτΕ 649/1981 και ΑΕΔ 5/1984, ΣτΕ 950/1981) και τη δημοσιονομική θεωρία, το ανταποδοτικό τέλος διακρίνεται επίσης από τον φόρο κατά το ότι αποτελεί μεν και αυτό, όπως ο φόρος, αναγκαστική οικονομική παροχή, καταβάλλεται όμως, έναντι ειδικής αντιπαροχής, δηλαδή έναντι ειδικώς παρεχόμενης δημόσιας υπηρεσίας, προς την οποία μάλιστα τελεί σε σχέση αντιστοιχίας, καθώς αποσκοπεί στην κάλυψη του κόστους παροχής της. Η δημόσια δε αυτή υπηρεσία, χάριν της οποίας επιβάλλεται το ανταποδοτικό τέλος, παρέχεται μεν χάριν δημοσίου σκοπού, εξυπηρετούνται όμως με αυτήν ταυτοχρόνως και όποιοι τη χρησιμοποιούν, που φέρουν και το βάρος των δαπανών της. Πρόκειται δηλαδή για μονομερώς επιβαλλόμενες χρηματικές υποχρεώσεις, διακρινόμενες από τους φάρους, κατά το ότι η καταβολή αυτών, συνδέεται με την παροχή ειδικής ωφέλειας. Ανταποδοτικά τέλη θεσπίζονται δηλαδή για την αντιμετώπιση των δαπανών και του κόστους που έχει μια παρεχόμενη υπηρεσία ή ένα έργο ή γενικότερα, μια ειδική αντιπαροχή προς μια κατηγορία προσώπων.

Η νομιμότητα της επιβολής των ανταποδοτικών τελών συναρτάται με την ύπαρξη μίας, προσεγγιστικά αναλογικής σχέσης μεταξύ εσόδων και απαιτούμενων, για την παροχή της ειδικής ωφέλειας δαπανών. Η διάθεση όλων ή μέρους των εσόδων των ανταποδοτικών τελών για σκοπούς μη άμεσα συναρτόμενους με την παροχή των υπηρεσιών αυτών, δεν είναι σύννομη, καθότι ακυρώνει την αναλογικότητα της σχέσης αυτής (αρχή της ανταποδοτικότητας), και, σε αυτή την περίπτωση, υποκρύπτεται φορολογία.

Μολονότι η αιτιολογική έκθεση του Νόμου προσπαθεί ανεπιτυχώς να δώσει στοιχεία εμμέσου ανταποδοτικότητας στο Τέλος Ακινήτων, εντούτοις η παράγραφος 1 του άρθρου 53 ορίζει ότι το έκτακτο ειδικό τέλος επιβάλλεται από επιτακτικούς λόγους εθνικού συμφέροντος που συνίστανται στην άμεση μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος (!). Συνεπώς, το έσοδα από το έκτακτο ειδικό τέλος προορίζονται για δημοσιονομικούς σκοπούς μη άμεσα συναρτόμενους με την παροχή κάποιας ειδικής ωφέλειας στους ιδιοκτήτες των ακινήτων. Κατά συνέπεια, το ειδικό τέλος ακινήτου αποτελεί φόρο περιουσίας, κατά το άρθρο 78 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως άλλωστε ρητώς αποδέχεται και η Αιτιολογική Έκθεση της τροπολογίας.

Ο νομοθέτης προσπαθεί να μεταφέρει την ευχέρεια της δυνατότητας καθορισμού του αντικειμένου του τέλους με εξουσιοδότηση, σε ένα τελείως διαφορετικό νομικό πλαίσιο στο οποίο δεν είναι ανεκτός συνταγματικά ο κατ’ εξουσιοδότηση καθορισμός της βάσης του φόρου. Η σιωπηρή αλλά ξεκάθαρη εξουσιοδότηση προς νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου να καθορίσει το αντικείμενο του φόρου, αντίκειται στο άρθρο 78 παρ. 4 του Συντάγματος που ορίζει ότι: «Το αντικείμενο της φορολογίας, ο φορολογικός συντελεστής, οι απαλλαγές ή οι εξαιρέσεις από τη φορολογία δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο νομοθετικής εξουσιοδότησης». Συνεπώς, το άρθρο 53 του Ν. 4021/2011 αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 78 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος.

Γ). Κατά παράβαση της αρχής της φοροδοτικής ικανότητας κατά το άρθρο 4 παρ. 5 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος:

Με τις διατάξεις αυτές του Συντάγματος καθιερώνονται ορισμένες γενικές αρχές, με τις οποίες διώκεται από το συνταγματικό νομοθέτη η πραγμάτωση των κανόνων της φορολογικής δικαιοσύνης και του κράτους δικαίου γενικότερα. Οι αρχές αυτές είναι η καθολικότητα της επιβάρυνσης και η ισότητα αυτής έναντι των βαρυνομένων, εξειδικευόμενη με τον, κατ’ αρχήν, βάσει ορισμένης φοροδοτικής ικανότητας, καθορισμό του φορολογικού βάρους (ΣτΕ 91/2011).

Οι διατάξεις αυτές, όπως παγίως έχουν ερμηνευθεί, δεν αποκλείουν την εκ μέρους του κοινού νομοθέτη διαφορετική φορολογική μεταχείριση κατηγοριών φορολογουμένων, εφόσον η μεταχείριση αυτή δεν είναι αυθαίρετη, αλλά στηρίζεται σε γενικά και αντικειμενικά κριτήρια, ανταποκρινόμενα στις ιδιαίτερες συνθήκες υπό τις οποίες τελεί κάθε κατηγορία (ΣτΕ 1135/1991).

Η φορολογική υποχρέωση πρέπει να είναι ανάλογη της φοροδοτικής ικανότητας του κάθε πολίτη. Η όποια φορολογική επιβάρυνση πρέπει να συνάπτεται με γενικό και αντικειμενικό κριτήριο, από το οποίο να τεκμαίρεται, κατά την κοινή πείρα, η ύπαρξη αντίστοιχης οικονομικής δυνατότητας και, επομένως, φοροδοτικής ικανότητας των επιβαρυνόμενων. Η φοροδοτική ικανότητα του φορολογούμενου θα πρέπει να προκύπτει επίσης με συνδυασμό αντικειμενικών στοιχείων, σε συνάρτηση δηλαδή με τον προσδιορισμό της φορολογητέας ύλης, και υποκειμενικών στοιχείων, δηλαδή να διαπιστώνεται εάν άτομα που ανήκουν στην ίδια επαγγελματική ή κοινωνική τάξη έχουν και την ίδιο φοροδοτική ικανότητα. Η διάταξη του άρθρου 53 Ν. 4021/2011 παραβιάζει την αρχή της φορολογικής ισότητας, δηλαδή της φορολόγησης με βάση την φοροδοτική ικανότητα, διότι επιβάλει αδιακρίτως τον ίδιο φόρο (τέλος ακινήτων) σε όλους τους ιδιοκτήτες ακινήτων (δομημένων επιφανειών), με μόνα κριτήρια την τιμή ζώνης και την παλαιότητα του ηλεκτροδοτούμενου ακινήτου, χωρίς να συνυπολογίσει και το πραγματικό ετήσιο εισόδημα του καθενός ιδιοκτήτη ακινήτου, το οποίο κατά κοινή πείρα είναι ουσιωδώς διαφορετικό. Το γεγονός ότι δύο φορολογούμενοι ιδιοκτήτες ακινήτων έχουν ένα ακίνητο της ίδιας αντικειμενικής αξίας και παλαιότητας με το ίδιο εμβαδά τετραγωνικών μέτρων δεν σημαίνει, άνευ ετέρου, ότι έχουν και την ίδια οικονομική δυνατότητα να καταβάλλουν και τον ίδιο ετήσιο φόρο, λαμβανομένου υπόψιν ότι το ακίνητο δεν τους αποφέρει εισόδημα.

Δεν λαμβάνονται δηλαδή καθόλου υπόψιν, πριν την επιβολή του εν λόγω Τέλους Ακινήτου, οι ιδιαίτερες συνθήκες και περιστάσεις υπό τις οποίες τελεί ο κάθε υπόχρεος ιδιοκτήτης ακινήτου ούτως ώστε να του επιβάλλεται ο φάρος στο ΰψος που πραγματικά του αναλογεί. Ο φόρος όμως για να είναι αναλογικός και συμβατός με το Σύνταγμα μας πρέπει να είναι ανάλογος με τη φοροδοτική ικανότητα του καθενός, κατά ΙΟ άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος και άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος. Η αρχή της φορολογικής ισότητας επιβάλλει την κατανομή των φορολογικών βαρών, με βάση τη φοροδοτική ικανότητα εκάστου, η οποία ικανότητα λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο με βάση τα τετραγωνικά μέτρα της οικίας του ιδιοκτήτη, αλλά γενικότερο με βάση την οικονομική δύναμη του κάθε φορολογούμενου.

Δ). Παράβαση του άρθρου 17 του Συντάγματος και του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. που κατοχυρώνουν την προστασία του δικαιώματος της ιδιοκτησίας.

Το λεγόμενο Έκτακτο Ειδικό Τέλος Ηλεκτροδοτούμενων Δομημένων Επιφανειών προσβάλλει τον πυρήνα του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος της ιδιοκτησίας καθώς η ενδεχόμενη αδυναμία καταβολής του φόρου από κάποιον ιδιοκτήτη οδηγεί σε de facto δήμευση και στέρηση της ατομικής ιδιοκτησίας του διότι τον οδηγεί στον εξαναγκασμό πώλησης ή αξιοποίησης ιδιοκτησίας παρά τη θέληση του ιδιοκτήτη. Εμποδίζει τον ιδιοκτήτη από το να ασκεί το συνταγματικό δικαίωμα του για ιδιοκτησία όπως αυτός θέλει.

Επίσης με το Τέλος παραβιάζεται και η αρχή της απαγορεύσεως της διπλής φορολογίας (ΣΤΕ 1500/1986), δηλαδή της φορολογήσεως της ίδιας φορολογητέας ύλης για την ίδια αιτία (non bis in idem). Η επιβολή του νέου ειδικού τέλους ακινήτων αποτελεί δεύτερη φορολόγηση των ιδιοκτητών ακινήτων για την ίδια αιτία (επί της ουσίας δεύτερος φόρος ακίνητης περιουσίας) και για την ίδια φορολογητέα ύλη (τα ίδια ακίνητα), δεδομένου ότι ήδη οι κάτοχοι ακίνητης περιουσίας, με αξία άνω των 200.000 Ευρώ, έχουν καταβάλει και τον Φόρο Ακίνητης Περιουσίας και μάλιστα για το ίδιο οικονομικό έτος (2011).

Εκτός από την διπλή φορολόγηση μέσα στο ίδιο δημοσιονομικό έτος, το επίδικο τέλος , αποτελεί την τέταρτη σωρευτικό επιβαλλόμενη επιβάρυνση της ακίνητης περιουσίας στην Ελλάδα μετά το Φόρο Ακίνητης Περιουσίας (ΦΑΠ), ο οποίος αντικατέστησε το Ειδικό Τέλος Ακινήτων, το δημοτικό Τέλος Ακίνητης Περιουσίας (ΤΑΠ), και το συμπληρωματικό φόρο εισοδήματος στα εισοδήματα από ακίνητα, μη υπολογιζόμενων των δημοτικών τελών καθαριότητας και φωτισμού και του τέλους χαρτοσήμου 3,6% στις επαγγελματικές μισθώσεις. Σε συνδυασμό με τους φόρους που προβλέπονται για την απόκτηση του ακινήτου, δηλαδή το Φόρο Μεταβίβασης Ακινήτων (ΦΜΑ), το Φόρο Προστιθέμενης Αξίας στα νεόδμητα Ακίνητα (ΦΠΑ) και τους φόρους κληρονομιάς ή δωρεάς, η επιβολή του προσβαλλόμενου τέλους, το οποίο αρχικώς ανακοινώθηκε διετές, στη συνέχεια επιμηκύνθηκε σε τετραετές για να καταλήξει έκτακτο τέλος «αορίστου χρόνου», οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην καταβολή, μέσα σε λίγα χρόνια, του ισόποσου της αξίας του ακινήτου σε φόρους. Η διπλή φορολόγηση μέσα στο ίδιο έτος ή η πολλαπλή φορολόγηση αντίκειται και στο άρθρο 17 του Συντάγματος μας, αλλά και στο Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ που προστατεύουν την ιδιοκτησία και τα εν γένει περιουσιακά δικαιώματα του ατόμου, δεδομένου ότι αυτή η πολλαπλή φορολόγηση του ιδιοκτήτη ακινήτου είναι υπερβολική και δυσανάλογη με τον επιδιωκόμενο νόμιμο σκοπό, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, καθώς το υπερφορολογηθέν ακίνητο πολλές φορές δεν παράγει κανένα εισόδημα για τον ιδιοκτήτη του.

Ε). Προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος:

Με το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας». Η διάταξη αυτή, η οποία βρίσκεται στο Τμήμα Α» του πρώτου μέρους του Συντάγματος, που φέρει τον τίτλο «Μορφή του Πολιτεύματος», δεν θεσπίζει «ατομικά δικαίωμα», αλλά χαρακτηρίζει το δημοκρατικό μας πολίτευμα ως ανθρωποκεντρικό, με θεμέλιο την αξία του ανθρώπου. Ο σεβασμός της αναγορεύεται σε ύπατο κριτήριο της έκφρασης και δράσης των οργάνων της πολιτείας. Στην αξία του ανθρώπου περιλαμβάνεται πρωτίστως η ανθρώπινη προσωπικότητα ως εσωτερικό συναίσθημα τιμής και ως κοινωνική αναγνώριση υπόληψης. Με βάση τη διάταξη αυτή του άρθρου 2, που δεν αποτελεί απλή διακήρυξη, αλλά κανόνα δικαίου συνταγματικού επιπέδου, η πολιτεία, δηλαδή όλα τα πολιτειακά όργανα, οφείλουν όχι μόνο να «σέβονται» αλλά και να «προστατεύουν» την αξία αυτή (Ολ ΑΠ 40/1998). Πρόκειται για μία θεμελιώδη συνταγματική διάταξη που εξαιρείται από τις υποκείμενες σε αναθεώρηση ή αναστολή διατάξεις (άρθρο 110 παρ. 1 και άρθρο 48 παρ. 1 του Συντάγματος).

Το τέλος ακινήτων αντίκειται στην αρχή του σεβασμού και της προστασίας της αξίας του ανθρώπου διότι:

1) Υποβαθμίζει τον φορολογούμενο ιδιοκτήτη, ακόμη και τον άνεργο και τον οικονομικά ασθενέστερο, σε αντικείμενο επίτευξης «εκτάκτων» δημοσιονομικών στόχων για τη μείωση ελλειμμάτων.

2) Η διακοπή της ηλεκτροδότησης σε άτομα που αδυνατούν να καταβάλλουν τον φόρο τους οδηγεί σε έσχατη εξαθλίωση και θέτει σε κίνδυνο την υγεία και την επιβίωση τους.

3) Ασκεί ένα είδος ψυχολογικής βίας και απειλής σε οικονομικά ασθενέστερα άτομα, τέτοια που δεν συνάδει με τα θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα του Συντάγματος μας και τις δημοκρατικές παραδόσεις της χώρας μας.

Και ναι μεν η αποτροπή της χρεωκοπϊας της Χώρας ενδεχομένως να αποτελεί εύλογο σκοπό επιβολής φορολογικών επιβαρύνσεων, δεν επιτρέπει όμως το Σύνταγμα μας, ως μέσο εξαναγκασμού στην καταβολή των επιβαρύνσεων αυτών, την επιβολή μέτρων που καταλήγουν στην προσβολή της ίδιας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Συνεπώς, το άρθρο 53 του Ν. 4021/2013. αντίκειται στην θεμελιώδη συνταγματική διάταξη και αρχή του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος για την προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

ΣΤ). Κατά παράβαση της αρχής της ελευθερίας των συναλλαγών και της οικονομικής ελευθερίας κατά το άρθρο 5 παρ. 1 και 106 του Συντάγματος σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 5 του Συντάγματος, «1. Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητα του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη, 2 … 3. Η προσωπική ελευθερία είναι απαραβίαστη. Κανείς δεν … περιορίζεται, παρά μόνο όταν και όπως ορίζει ο νόμος». Σύμφωνα δε με το άρθρο 106 παρ. 2 του Συντάγματος, «Η ιδιωτική οικονομική πρωτοβουλία δεν επιτρέπεται να αναπτύσσεται σε βάρος της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, ή προς βλάβη της εθνικής οικονομίας».

Κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος «καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητα του και να συμμετέχει στην κοινωνική και οικονομική ζωή της χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει τα Σύνταγμα ή τα χρηστό ήθη». Με τη διάταξη αυτή ανάγεται σε δικαίωμα, (ατομικό) η συμμετοχή στην οικονομική ζωή της χώρας και κατοχυρώνεται η οικονομική ελευθερία. Η ελευθερία αυτή περιλαμβάνει την ελευθερία των συμβάσεων (ελευθερία σύναψης και καταγγελίας της σύμβασης, ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλόμενου, ελευθερία διαμόρφωσης του περιεχομένου, της σύμβασης κλπ), όπως προβλέπεται ειδικότερα στη διάταξη του άρθρου 361 του Αστικοϋ Κώδικα, (Ολ ΑΠ 33/2002). Με την ελευθερία των συμβάσεων, ως εκδήλωση του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας, δεν συμβιβάζεται κατ’ αρχήν, μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη περιοριστική της ελευθερίας αυτής, εκτός από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η ελευθερία αυτή προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων ή ασκείται κατά παραβίαση του Συντάγματος ή ενέχει προσβολή, των χρηστών ηθών, καθώς επίσης κατά τις περιπτώσεις που ασκείται εις βάρος της Εθνικής Οικονομίας (αρθρ. 5 παρ. 1,25 παρ. 3 και 105 παρ. 2 του Συντάγματος σχ.Ολ: ΑΠ 4/1998,Ολ. ΑΠ 33/2002).

Η επιβολή του φόρου ακινήτων μέσω των λογαριασμών της ΔΕΗ παραβιάζει τόσο το σύνταγμα όσο και τους όρους της σύμβασης ιδιωτικού δικαίου που υπέγραψε η ανώνυμη εταιρεία (είτε η Δ.Ε.Η. είτε άλλες εταιρείες) με τον κάθε καταναλωτή. Οι αιτήσεις και οι συμβάσεις ηλεκτροδότησης που υπογράφηκαν καθορίζουν ρητώς τις υποχρεώσεις των συμβαλλόμενων. Δεν προκύπτει καμία άλλη υποχρέωση για τους καταναλωτές πέραν της πληρωμής του κόστους του ρεύματος που κατανάλωσαν, ενδεχομένως και των δημοτικών τελών. Οι παράγραφοι 1 και 11 του άρθρου 53 του Ν. 4021/2011 που επιβάλλουν να πληρώσουν οι καταναλωτές έναν φόρο σε τρίτο μη συμβαλλόμενο φορέα (το Δημόσιο δηλαδή), και τη διακοπή της ηλεκτροδότησης (της σύμβασης δηλαδή) σε περίπτωση μη πληρωμής του φόρου, παραβιάζει αφενός τους όρους της σύμβασης και αφετέρου τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της ελευθερίας των συναλλαγών και την οικονομική ελεϋθερία. Η Πολιτεία δεν έχει δικαίωμα, με μεταγενέστερη της σύμβασης νομοθετική ρύθμιση, να ακυρώσει μονομερώς τις συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου που έχουν υπογραφεί για την παροχή ηλεκτροδότησης.

Η Τροπολογία του άρθρου 53 του Ν.4021/2011 (παράγραφοι 1 και 11) ακυρώνει συμβόλαια παροχής ηλεκτροδότησης που έχουν υπογράψει ιδιώτες καταναλωτές ακόμη και με 100% ιδιωτικές εταιρείες παροχής ηλεκτροδότησης. Η διακοπή της ηλεκτροδότησης σε περίπτωση μη πληρωμής του τέλους ακινήτων συνιστά ανεπίτρεπτο περιορισμό στην οικονομική ελευθερία, κατά παράβαση και της αρχής της αναλογικότητας. Αντίκειται στις συνταγματικές διατάξεις που κατοχυρώνουν την οικονομική ελευθερία με την ειδικότερη μορφή της ελευθερίας των συμβάσεων , διότι επιβάλλει το εξαιρετικό μέτρο της αυτοδίκαιης καταργήσεως εγκύρων από τυπικής απόψεως καταρτισμένων συμβάσεων. Όμως για να είναι επιτρεπτή η επέμβαση του» νομοθέτη σε έγκυρες ιδιωτικές συμβάσεις θα πρέπει οι συμβάσεις αυτές να προσβάλλουν δικαιώματα των άλλων ή να αντίκεινται σε διατάξεις νόμων ή ταυ Συντάγματος ή να ενέχουν προσβολή των χρηστών ηθών ή να προκαλούν βλάβη σε βάρος της Εθνικής Οικονομίας. Το άρθρο 53 του Ν. 4021/2011 καταργεί επί της ουσίας τις έγκυρες συμβάσεις παροχής ηλεκτροδότησης χωρίς να θεσπίζει τα νομικά κριτήρια διαπιστώσεως των μη νόμιμων ή βλαπτικών όρων κάθε συμβάσεως (ΣΤΕ 3199/2003).

Επίσης η κατάργηση αυτών των συμβάσεων καθίσταται σε μόνιμη βάση καθώς, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ, 1.4 της εφαρμοστικής του Νόμου Υπουργικής Απόφασης: «Η επαναχορήγηση του ρεύματος στην παροχή που ηλεκτροδοτεί το συγκεκριμένο ακίνητο από τη Δ.Ε.Η. ή τους εναλλακτικούς προμηθευτές ηλεκτρικού ρεύματος, μετά τη διαγραφή της απαίτησης για το Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε., δεν, μπορεί να γίνα αν δεν προσκομισθεί βεβαίωση εξόφλησης του Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε. από την αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία .

Περαιτέρω, το άρθρο 53 ταυ Ν. 4021/2011 παρεμβαίνει αναδρομικά, επι της ουσίας, και ρυθμίζει, μεταβάλλει δικαιώματα και έννομες σχέσεις που διαμορφώθηκαν στο παρελθόν με την υπογραφή των ιδιωτικών συμβάσεων.

ΙΙΙ. ΚΑΤΕΠΕΙΓΟΥΣΑ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΠΑ ΤΗ ΛΗΨΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ:

Επειδή λόγω των αλλεπάλληλων και συνεχόμενων φόρων που έχω πληρώσει τελευταία έχει ήδη εξαντληθεί η φοροδοτική μου ικανότητα, λαμβανομένων υπόψη και των μεγάλων περικοπών που έχει υποστεί το οικογενειακό μου. εισόδημα τα τελευταία 2 έτη.

Επειδή ο αιτών τυγχάνω συνταξιούχος του ΟΑΕΕ – ΙΚΑ, επί διετίας δεν είχα εισόδημα καθ’ όσον ανέμενα την έκδοση της απόφασης συνταξιοδότησης μου, λαμβάνω δε σύνταξη η οποία δεν ξεπερνά το ποσό των 120Ό,0Ό€ μηνιαίως και δεν λαμβάνω κανένα άλλο εισόδημα.

Επειδή η σύζυγος μου με την οποίο διαμένω στο ανωτέρω ηλεκτροδοτούμενο ακίνητο, έχει ήδη προ μηνός κατάθεσα αίτηση συνταξιοδότησης στο αρμόδιο ταμείο Δημοσίων Υπαλλήλων και έκτοτε δεν λαμβάνει κανένα εισόδημα, κατά δε το περασμένο έτος οι περικοπές στον μισθό της ανήλθαν στα 400,006 μηνιαίως.

Επειδή καταβάλω μηνιαίως ποσό ανώτερο των 2.000,00€ για στεγαστικά δάνεια αναφορικά με ακίνητο που έχουμε στην κυριότητα μας από κοινoύ με τη σύζυγο μου στη…….. Αττικής και τα εισοδήματά μας ήδη δεν επαρκούν για να καλύψουν τις οφειλές μας έναντι των Τραπεζών.

Επειδή επιπρόσθετα ο οικογενειακός μας προϋπολογισμός επιβαρύνεται και από την κάλυψη εξόδων φοίτησης, διαβίωσης και μίσθωσης ακινήτου για το ένα εκ των δύο τέκνων μας (…………….του ……………..και της…………..), η οποία φοιτά στο ΤΕΙ Κρήτης, στην περιοχή της Σητείας από το έτος 2006 μέχρι σήμερα, ούσα δε φοιτήτρια ΤΕΙ υποχρεούται σε καθημερινές παρακολουθήσας μαθημάτων, με αποτέλεσμα να καθίσταται επιβαλλόμενη η διαμονή της στη Σητεία μέχρις αποφοιτήσεώς της, η συνολική δε δαπάνη μας για το λόγο αυτόν δεν είναι κατώτερη των 500,06 μηνιαίως.

Επειδή έχω καταβάλει μέχρι σήμερα υπεράνθρωπες προσπάθειες για την κάλυψη των όποιων υποχρεώσεων μου προς το Δημόσιο, τις Τράπεζες, αλλά και τις ανάγκες της οικογένειάς μου, με αποτέλεσμα να έχουν ήδη προ πολλού εξαντληθεί τα όρια των δυνατοτήτων μου, ήδη δε χρηματοδοτούμαι από την έτερη θυγατέρα μου για τη διαβίωση μου.

Επειδή αδυνατώ, λόγω σοβαρής οικονομικής δυσχέρειας, να καταβάλλω το λεγόμενο Έκτακτο Ειδικό Τέλος Ηλεκτροδοτούμενης Επιφάνειας Ακινήτων, την προπεριγραφείσα δε οικονομική μου κατάσταση θα αποδείξω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας με μάρτυρες και έγγραφα.

Επειδή μεταξύ άλλων αναμένω το Έκτακτο Ειδικό Τέλος Ηλεκτροδοτούμενης Επιφάνειας Ακινήτων και για άλλα ακίνητα που διαθέτουμε με τη σύζυγο μου στη …….Αττικής, με αποτέλεσμα η επιβάρυνση μας από την εν λόγω φορολόγηση να μην περιορίζεται στο ποσά 220,006.

Επειδή λόγω της οικονομικής μου αδυναμίας να καταβάλλω το Έκτακτο Ειδικά Τέλος Ηλεκτροδοτούμενης Επιφάνειας Ακινήτων επίκειται άμεσος κίνδυνος να διακοπεί η ηλεκτροδότηση στην οικία μου από την καθής η αίτηση μου ΔΕΗ καθώς σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 53 παρ. 11 του Ν. 4021/2011 αν δεν καταβληθεί το τέλος ακινήτων, η Δ.Ε.Η. και οι εναλλακτικοί προμηθευτές ηλεκτρικού ρεύματος προβαίνουν στην έκδοση εντολής διακοπής του ρεύματος του καταναλωτή προς τον Διαχειριστή του Δικτύου, ο οποίος προβαίνει σε διακοπή της σύνδεσης και δεν το επαναχορηγούν μέχρι να εξοφληθεί το οφειλόμενο τέλος.

Επειδή η διακοπή της ηλεκτροδότησης μου θα θέσει σε άμεσο κίνδυνο την επιβίωση μου και την επιβίωση της οικογένειας μου καθώς η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος καλύπτει τις βασικές βιοτικές μας ανάγκες (πλύσιμο, διατροφή, θέρμανση κ.ά.) και ως εκ τούτου είναι απολύτως βέβαιο ότι θα οδηγηθούμε σε απόλυτη εξαθλίωση σε περίπτωση διακοπής της ηλεκτροδότησης.

Επειδή επομένως υπάρχει συνδρομή επείγουσας περιπτώσεως, δέον να διαταχθεί ως πρόσφορο ασφαλιστικό μέτρο για την προσωρινή ρύθμιση της καταστάσεως, η απαγόρευση της διακοπής της ηλεκτροδότησης, από την ΔΕΗ, της δομημένης επιφάνειας μου που αναφέρεται στο ιστορικό της παρούσας.

Επειδή η επιβολή του Έκτακτου Ειδικού Τέλους Ηλεκτροδοτούμενης Επιφάνειας Ακινήτων αντίκειται σε θεμελιώδεις διατάξεις του Συντάγματος μας.

Επειδή η διακοπή της ηλεκτροδότησης σε άτομα που αδυνατούν να καταβάλλουν τον φόρο προσβάλλει ευθέως την ανθρώπινη αξιοπρέπεια που κατοχυρώνεται από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος.

Επειδή ο κανόνας της παραγράφου 4 του άρθρου 692 του ΚΠολΔ για ασφαλιστικά μέτρα δεν πρέπει να συνίστανται στην ικανοποίηση του δικαιώματος του οποίου ζητείται η εξασφάλιση ή η διατήρηση υποχωρεί μόνο στις ακραίες εκείνες περιπτώσεις που πιθανολογείται κίνδυνος σημαντικής προσβολής της αξίας του ανθρώπου η οποία διασφαλίζεται συνταγματικώς (αρθρ. 2 παρ. 1 του Συντάγματος) (βλ. ΜονΠρΑθ 16803/1982, Δ 14.54 περιουσιακών ζημιών (βλ. ΜΠρΑθ 16803/82 Δ 14.54, ΜΠρΑθ 2139/81 ΝοΒ 29.733, ΕιρΡόδου 22/2007 Α ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΜονΠΑΘ 13130/1997, ΕΔΠολ 1997.209, ΝοΒ 1987.323).

Επειδή το Δικαστήριο Σας είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο για την εκδίκαση της παρούσας αίτησης ασφαλιστικών μέτρων.

Επειδή η ένδικη διαφορά με την αντίδικο ερείδεται σε μεταξύ μας σύμβαση ιδιωτικού δικαίου απόρροια της οποίας είναι και η ηλεκτροδότηση του άνω ακινήτου μου. Η δε αντίδικος έχει εξουσιοδοτηθεί στον υπολογισμό την είσπραξη του φόρου αυτού αλλά και την επιβολής της εξ αυτού κυρώσεως, ούσα δε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, η εξ’ αυτής επικείμενη εντολή διακοπής της ηλεκτροδότησης εμπίπτει στη δωσιδικία των πολιτικών δικαστηρίων

Επειδή, ανεξάρτητα από την αδυναμία μου να καταβάλω τον εν λόγω φόρο, η αντίδικος δεν δικαιούται να εισπράττει φόρους ακόμα και αν επιτάσσεται με νόμο, καθ’ όσον μια τέτοια εξουσιοδότηση υπολείπεται συνταγματικής νομιμότητας, τα δε Δικαστήρια της χώρας οφείλουν να μην λαμβάνουν υπ’όψη νόμους που αντίκεινται στο Σύνταγμα.

Επειδή ως εκ τούτου η αίτηση μου είναι καθόλα νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 731 επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, βάσιμη και αληθής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Και με ρητή επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματος μου.

ΖΗΤΩ

Να γίνει δεκτή η αίτησή μoυ.

Να διαταχθεί ως πρόσφορο ασφαλιστικό μέτρο η απαγόρευση της διακοπής της ηλεκτροδότησης, από την ΔΕΗ, της παροχής που αναφέρεται στο ιστορικό της παρούσας και

Να εκδοθεί από το Δικαστήριο Σας Προσωρινή Διαταγή με την οποία να απαγορευθεί προσωρινά και μέχρις εκδόσεως αποφάσεως επί της παρούσης αίτηση μου, η διακοπή της ηλεκτροδότησης από την ΔΕΗ, της παροχής που αναφέρεται στο ιστορικό της παρούσας.

Να καταδικασθεί η καθής στη δικαστική μου δαπάνη.

Αθήνα, 17/11/2011

Η πληρεξούσια Δικηγόρος

ΝΙΚΟΛΕΤΤΑ ΒΛΑΧΟΥ

——————————————————————————————————–

ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗΣ ΔΙΑΤΑΓΗΣ

ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΔΙΑΤΑΓΗ:

TO MONOΜEΛEΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αικατερίνη Ντελή, Πρόεδρο Πρωτοδικών.

Αφού άκουσε τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων χωρίς τη σύμπραξη γραμματέα.

Δέχεται το υποβαλλόμενο από τον αιτούντα αίτημα προσωρινής διαταγής. Ειδικότερα, εν προκειμένω υφίσταται δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου για την εκδίκασης της αιτήσεως λήψης του ασφαλιστικού μέτρου που ζητεί ο αιτών και το οποίο δεν συνιστά εξαναγκασμό σε δήλωση βούλησης της καθ’ ής εταιρείας, αλλά προσωρινή ρύθμιση της μεταξύ των διαδίκων εριζόμενης σχέσης που πηγάζει από τη σύμβαση που αυτοί έχουν καταρτίσει, με αντικείμενο τη διάθεση (από την καθ’ ής) προς χρήση (από τον αιτούντα) οικιακού ρεύματος.

Συγκεκριμένα πρόκειται για διαφορά που αφορά την, κατά τους ισχυρισμούς του αιτούντος, μονομερή και άνευ προειδοποιήσεως, εκ μέρους της καθ’ ής, διατάραξη των υποχρεώσεων και δικαιωμάτων των συμβαλλομένων μερών, με αλλοίωση του περιεχομένου τους όπως αυτό είχε διαμορφωθεί εξ αρχής κατά την κατάρτιση της εν λόγω σύμβασης.

Η έννομη αυτή σχέση είναι ιδιωτικού δικαίου, καθόσον έχει καταρτιστεί μεταξύ ιδιωτών (η καθ’ής Δ.Ε.Η Α.Ε είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και συγκεκριμένα ανώνυμη εταιρεία, στην οποία μετέχει το Ελληνικό Δημόσιο, που λειτουργεί κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας : ΑΠ 1573/2008 και ΑΠ 75/2003 δημοσιευμένες στην .Η.Τ.Ν.Π «ΝΟΜΟΣ»), η εξ αυτής αναφυόμενη διαφορά αφορά την έριδα των διαδίκων σχετικά με το δικαίωμα της καθ’ ής να διακόψει την ηλεκτροδότηση του περιγραφόμενου στην κύρια αίτηση ακινήτου του αιτούντος, μονομερώς, άνευ διαπραγματεύσεως, υπό όρους και προϋποθέσεις που δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο της σύμβασης παροχής οικιακού ρεύματος, βάσει του άρθρου 53 του νόμου 4021/2011 (ΦΕΚ 28/Α’/3-10-2011), κατά τις διατάξεις του οποίου η Δ.Ε.Η Α.Ε Θα διακόπτει την ηλεκτροδότηση των καταναλωτών, εφόσον αυτοί δεν καταβάλλουν το, με τον παραπάνω νόμο επιβαλλόμενο, ειδικό τέλος ηλεκτροδοτούμενων δομημένων επιφανειών ακινήτων.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, εν προκειμένω εφόσον πρόκειται για διαφορά ιδιωτικού δικαίου (κατ’ ορθή εκτίμηση του περιεχομένου της κύριας αιτήσεως των ασφαλιστικών μέτρων), υφίσταται και η δικαιοδοσία για τη χορήγηση προσωρινής διαταγής.

Περαιτέρω, όσον αφορά την κατ’ ουσίαν έρευνα του σχετικού αιτήματος, πιθανολογείται ότι, εν προκειμένω, η επικείμενη από την καθ’ ής διακοπή της ηλεκτροδότησης του ακινήτου του αιτούντα, στο οποίο αυτός διαμένει με την οικογένεια του, με όρους, προϋποθέσεις και διαδικασία, που ορίζονται εκτός του περιεχομένου της σύμβασης που αυτή έχει καταρτίσει με τον καταναλωτή αιτούντα και περιγράφονται στο άρθρο 53 του ν. 4021/2011, συνιστά κατάχρηση της πλεονεκτικής θέσης της έναντι του τελευταίου αφού αιφνιδιάζει αυτόν προβλέποντας κύρωση για παράβαση που δεν συνάπτεται, κατ’ αντικείμενο και σκοπό, με τη σύμβαση παροχής οικιακού ρεύματος που οι διάδικοι έχουν καταρτίσει.

Το γεγονός ότι η επικείμενη αυτή ενέργεια της καθ’ ής εδράζεται στην ανωτέρω διάταξη, εκ του περιεχομένου της οποίας θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η καθ’ ής ενεργεί ως κατ’ εξουσιοδότηση, ή κατά παραχώρηση εισπρακτικό όργανο του Δημοσίου, ενέργεια που είναι νόμιμη καθόσον προβλέπεται από το άρθρο 2 του ν.δ 356/1974 περί ΚΕΔΕ, δεν σημαίνει ότι ιδρύεται από την εν λόγω διάταξη υποχρέωση της καθ’ ής να ενεργήσει σύμφωνα με το περιεχόμενο της σχετικής εντολής του Δημοσίου, αφ’ ής στιγμής η εντολή αυτή συνδέεται με κύρωση (διακοπή παροχής ηλεκτρικού ρεύματος) η επιβολή ή μη της οποίας αποτελεί αποκλειστικά και μόνο περιεχόμενο της σύμβασης ηλεκτροδότησης μεταξύ καθ’ ής και αιτούντα, στην κατάρτιση και λειτουργία της οποίας το Δημόσιο ουδεμία επέμβαση έχει ή πρέπει να έχει (η σύμβαση δεν αφορά τους όρους άσκησης της πολιτικής για την παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος και την ενέργεια).

Σημειώνεται ότι η ανωτέρω διάταξη είναι αμφιβόλου συνταγματικότητας, τα δε δικαστήρια, όπως και όλοι οι πολίτες έχουν συνταγματική υποχρέωση και καθήκον να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενο του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα, να σέβονται αυτό και να πράττουν με σκοπό τη μη κατάλυση του (άρθρα 93 παρ. 4 και 120 του Συντάγματος της Ελλάδος).

Απαγορεύει προσωρινά τη διακοπή παροχής ηλεκτροδότησης του περιγραφομένου στην αίτηση ακινήτου του αιτούντος εκ μέρους της καθ’ ής, μέχρι τη συζήτηση της αίτησης κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και υπό τον όρο συζήτησης αυτή κατά τη δικάσιμο που ορίζεται στην μπροστινή σελίδα της αιτήσεως .

Αθήνα, 7-12-2011

Η Πρόεδρος Υπηρεσίας

Αικατερίνη Ντελή

Πρόεδρος Πρωτοδικών

Advertisements
Σχολιάστε

1 σχόλιο

  1. Ψήφισμα του Δημ. Συμβουλίου Ηρακλείου για το χαράτσι |

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: